Φερεγγυότητα ΙΙ: H νέα ευρωπαϊκή οδηγία για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις
του Παύλου Γεωργίου*
Η Φερεγγυότητα ΙΙ (Solvency II) αποτελεί τη νέα κοινοτική οδηγία που θα ρυθμίζει τις απαιτήσεις της κεφαλαιακής επάρκειας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2013 με ύπαρξη μεταβατικών περιόδων για κάποιους τομείς της Οδηγίας (με βάση πρόσφατο έγγραφο Προεδρικών Παραδοχών, η ημερομηνία εφαρμογής ίσως μετατεθεί στην 1η Ιανουαρίου 2014).
Θεσπίζει ένα ενιαίο σύστημα υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων σε όλα τα κράτη - μέλη της Ε.Ε., το οποίο θα αντικαταστήσει πλήρως το υφιστάμενο σύστημα και τις ασφαλιστικές νομοθεσίες των χωρών μελών, υιοθετώντας τεχνικές διαχείρισης κινδύνων, εταιρικής διακυβέρνησης και διαφάνειας, οι οποίες κρίνονται απαραίτητες για την ορθή λειτουργία της αγοράς και την προστασία του καταναλωτή /ασφαλισμένου μέσα στο σύγχρονο, πολύπλοκο και συνεχώς εξελισσόμενο χρηματοοικονομικό σύστημα. Θα επιτρέπει επίσης τη διεξαγωγή πιο αποτελεσματικών συγκρίσεων μεταξύ εταιρειών εντός ενός κράτους - μέλους, καθώς και μεταξύ εταιρειών από διαφορετικά κράτη - μέλη.
Η φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο εξής θα βασίζεται σε 3 πυλώνες.

Στον πρώτο πυλώνα, στις ποσοτικές απαιτήσεις φερεγγυότητας, περιλαμβάνονται όλοι οι σχετικοί κανόνες τους οποίους πρέπει να ακολουθεί μια ασφαλιστική επιχείρηση για τον σχηματισμό των τεχνικών της αποθεμάτων. Θα ρυθμίζει επίσης τις επενδύσεις, τον καθορισμό των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και την ποιότητα των κεφαλαίων που στο σύνολό τους εξασφαλίζουν την επιθυμητή φερεγγυότητα για τις ασφαλιστικές εταιρείες.
Οι βασικοί όροι που περιέχονται στον πρώτο πυλώνα είναι το SCR (Solvency Capital Requirement ή Κεφάλαιο Φερεγγυότητας) το οποίο είναι το κεφάλαιο που θα πρέπει να κατέχει μια ασφαλιστική εταιρεία, έτσι ώστε να μην κινδυνεύει με χρεοκοπία, με ποσοστό εμπιστοσύνης 99,5% (δηλαδή πιθανότητα 1 στα 200) σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους και το MCR (Μinimum capital requirement ή Ελάχιστο Κεφάλαιο Φερεγγυότητας) κάτω από το οποίο η ασφαλιστική επιχείρηση οδηγείται σε εποπτική παρέμβαση και πιθανή ανάκληση της άδειας της.
Ο δεύτερος πυλώνας καθορίζει τις ποιοτικές προδιαγραφές της φερεγγυότητας, δηλαδή: τις αρχές εσωτερικού ελέγχου στις οποίες θα βασίζεται η αξιολόγηση κινδύνων (εταιρική διακυβέρνηση και σύστημα διαχείρισης κινδύνων) καθώς και το πλαίσιο διεξαγωγής της Εκτίμησης Ιδίου Κινδύνου και Φερεγγυότητας (Own Risk and Solvency Assessment - ORSA) το οποίο αναφέρεται στο σύνολο των διαδικασιών που χρησιμοποιούνται για αναγνώριση, αξιολόγηση, παρακολούθηση, διαχείριση και αναφορά των κινδύνων που αντιμετωπίζει μια ασφαλιστική επιχείρηση τώρα και στο μέλλον, προκειμένου να διασφαλιστεί η αναγκαία και συνεχής φερεγγυότητα της επιχείρησης.
Ειδικά στον τομέα της διαχείρισης κινδύνου, γίνεται αναφορά σε όλους τους κύριους τομείς κινδύνων που αντιμετωπίζει μια ασφαλιστική επιχείρηση. Αυτοί περιλαμβάνουν τον κίνδυνο αγοράς (market risk), τον ασφαλιστικό κίνδυνο (life, health ή non-life underwriting), τον λειτουργικό κίνδυνο (operational risk), τον κίνδυνο από συνεργαζόμενους φορείς (counterparty risk) είτε πρόκειται για άτομα είτε για επιχειρήσεις. Αυτοί οι κίνδυνοι ποσοτικοποιούνται με υπολογισμούς στον πυλώνα 1. Ταυτόχρονα γίνεται αναφορά και σε κινδύνους όπως τον κίνδυνο ρευστότητας (liquidity risk) και φήμης (reputational risk) οι οποίοι αντιμετωπίζονται κυρίως ποιοτικά.
Ο δεύτερος πυλώνας καθορίζει επίσης τα γενικά πλαίσια λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου, της αναλογιστικής λειτουργίας και της εξωτερικής ανάθεσης λειτουργιών της εταιρείας σε τρίτους (outsourcing).
Με βάση την Οδηγία, οι εποπτικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις στις περιπτώσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που, κατά την γνώμη τους, το σύστημα διακυβέρνησης είναι ανεπαρκές.
Ο τρίτος πυλώνας καθορίζει τις απαιτήσεις δημοσίευσης και διαφάνειας των στοιχείων μιας ασφαλιστικής επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις θα δημιουργούν δύο αναφορές με διαφορετικούς αποδέκτες. Η πρώτη θα αποστέλλεται μόνο στις εποπτικές αρχές και θα περιλαμβάνει και πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης για τη λειτουργία της επιχείρησης και η δεύτερη θα είναι διαθέσιμη δημόσια και θα περιλαμβάνει στοιχεία για τη Φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας.
Η πλήρης εφαρμογή της Οδηγίας μετά την ενσωμάτωσή της στην Κυπριακή Νομοθεσία θα επιδράσει oυσιαστικά στον τρόπο λειτουργίας των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων λόγω της φύσης των αλλαγών που θα επιφέρει, αλλά και λόγω του μικρομεσαίου μεγέθους των εταιρειών. Παρακάτω σημειώνονται μερικοί από τους κύριους τομείς που αναμένεται να επηρεαστούν:
- Εταιρική Διακυβέρνηση – πιο «μορφωμένα» Διοικητικά Συμβούλια με μεγαλύτερη συμμετοχή στον καθορισμό ορίων ανοχής κινδύνου (risk appetite and tolerance) και στη λήψη αποφάσεων
- Μεγαλύτερη Εποπτική ανάμιξη – μέσω των αναφορών, της μεγαλύτερης διαφάνειας και της δυνατότητας επιβολής πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων
- Συλλογή στοιχείων – αλλαγή σε πολλά λειτουργικά συστήματα (IT systems) για την παροχή στοιχείων σε μεγάλη λεπτομέρεια για πολλαπλές χρήσεις
- Ανθρώπινοι πόροι – αυξημένες ανάγκες εργοδότησης τεχνοκρατών (π.χ. αναλογιστών, διαχειριστών κινδύνων, νομικών, λογιστών, διευθυντές έργων) ή και ανάθεση εργασιών σε εξωτερικούς συμβούλους
- Χρηματικοί πόροι – οι επερχόμενες αλλαγές σε συστήματα και οι ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό αναμένεται να έχουν και το ανάλογο κόστος
- Προώθηση προϊόντων – στροφή σε πιο κερδοφόρα προϊόντα με λιγότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις, πιθανότητα επανατιμολόγησης ή και τερματισμού πώλησης συγκεκριμένων προϊόντων
- Επενδυτική πολιτική – αποφάσεις για τομείς επενδύσεων με βάση τις κεφαλαιακές συνέπειες τους (π.χ. λιγότερη συγκέντρωση ανά επενδυτικό τομέα, χρήση τεχνικών αντιστάθμισης κινδύνου)
- Καταγραφή διαδικασιών και διεξαγωγή εσωτερικού ελέγχου – είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό κινδύνων και τη μείωση ή την εξάλειψή τους
Η Φερεγγυότητα ΙΙ αναμένεται να δώσει και ευκαιρίες σε πολλούς οργανισμούς για την απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, ανάλογα με την ταχύτητα εμπλοκής τους στη διαδικασία εφαρμογής της. Η βελτίωση της διεξαγωγής διαφόρων λειτουργιών, η αναβάθμιση των λειτουργικών συστημάτων και η εκπαίδευση των στελεχών του οργανισμού, εκτός από το κόστος που εμπεριέχουν, μπορούν μεταξύ άλλων να δώσουν την ευκαιρία για καλύτερο και γρηγορότερο εντοπισμό πιθανών κινδύνων, εφαρμογή πιο αποτελεσματικών διαδικασιών, καλύτερη εξυπηρέτηση πελατών, πιο ορθή επενδυτική πολιτική και πιο προσεκτική επιλογή συνεργατών.
Η εφαρμογή της Οδηγίας στην Κύπρο, λόγω των αυξημένων κεφαλαιακών αναγκών των εταιρειών, είναι πιθανό να οδηγήσει σε συγχωνεύσεις ή και σε ευκαιρίες εξαγορών μικρότερων εταιρειών από μεγαλύτερους ανταγωνιστές τους. Μπορούμε να πούμε με σχετική σιγουριά πως το ασφαλιστικό τοπίο όπως υφίσταται σήμερα θα είναι πολύ διαφορετικό από τον Ιανουάριο του 2013, είτε αυτό σημαίνει λιγότερους και μεγαλύτερους οργανισμούς, είτε λειτουργικότερες και αποτελεσματικότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
* Εντεταλμένος Αναλογιστής, Διευθυντής Εκτίμησης Κινδύνου και Νέας Εργασίας, EuroLife Ltd